α
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Α¹
Where it comes from
Α < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Α, το πρώτο του αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου
symbol Α · α
- το άλφα κεφαλαίο: το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου πολυτονική γραφή, παραλλαγές: ᾼ Ά Ὰ Ἀ ᾈ Ἄ ᾌ Ἂ ᾊ ᾊ Ἆ ᾎ Ἁ ᾉ Ἅ ᾍ Ἃ ᾋ Ἇ ᾏ Ᾰ Ᾱ
abbreviation Α
- ανατολικά
- ανατολικός
α²
Where it comes from
α < από το κεφαλαίο Α με την εμφάνιση της μικρογράμματης γραφής
symbol α · Α
- άλφα: το πρώτο πεζό γράμμα (και πρώτο φωνήεν) του ελληνικού αλφαβήτου πολυτονική γραφή, παραλλαγές: ᾳ ά ᾴ ὰ ᾲ ᾶ ᾷ ἀ ᾀ ἄ ᾄ ἂ ᾂ ἆ ᾆ ἁ ᾁ ἅ ᾅ ἃ ᾃ ἇ ᾇ
- → δείτε Α
- → δείτε 𝛂, ⍺ και 𝛼
interjection α!
- επιφώνημα που δηλώνει έντονο συναίσθημα: θαυμασμό, απορία, έκπληξη, χαρά, αγανάκτηση κτλ. Α! τι λαχτάρα ήταν κι αυτή, "α! τι χαρά'!"
interjection α
- άι, άντε
particle α
- θα
conjunction α
- άλλη μορφή του αν ※ Πουλί πουλάκι, που σκορπάς το θαύμα της φωνής σου, Ευτυχισμός α δεν είναι το θαύμα της φωνής σου,
In English
Talk about this word "α." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. α. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1 "α." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {α},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}