άβατος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άβατος

  • ˈa.va.tos

Where it comes from

άβατος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄβατος

adjective άβατος · άβατη · άβατο · άβατου · άβατης

  1. που δεν μπορεί να προσπελαστεί, που δεν μπορεί κάποιος να τον διαβεί ※ Στο Προϊστορικό Νεκροταφείο της Ελευσίνας, όπως λέγεται σήμερα, περιφραγμένο μεν αλλά όχι προσβάσιμο για τους επισκέπτες, μια συστάδα τάφων περικλεισμένη από λιθόκτιστο περίβολο, που δεν ξαναχρησιμοποιήθηκε έκτοτε, ως άβατος χώρος, θεωρήθηκε από τον αρχαιολόγο Γιώργο Μυλωνά το σημείο ταφής των επτ

Similar: απάτητος, απλησίαστος, απρόσβατος, απρόσιτος, δύσβατος, δυσκολοπέραστος, δυσπρόσιτος · Opposite: βατός

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"άβατος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άβατος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"άβατος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άβατος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}