άβυσσος
Ελληνικά
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
άβυσσος
- ˈa.vi.sos
De unde vine
άβυσσος (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄβυσσος < ἄβυσσος (επίθετο) < ἀ- (ά- στερητικό) + βυσσός (βυθός)
: θαλάσσια άβυσσος < λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική abysse ή αγγλική abyss
substantiv άβυσσος · άβυσσοι · αβύσσου · αβύσσων · άβυσσο · αβύσσους
- το μεγάλο ωκεάνιο βάθος και, ειδικότερα, εκείνο μέχρι του οποίου δεν φθάνει το ηλιακό φως (γενικότερα) μεγάλο και απότομο βάθος σε υδάτινη (λίμνη, ποτάμι) ή γήινη επιφάνεια (φαράγγι, γκρεμός, βάραθρο κ.ο.κ.)
- το χάος, ο οποιοσδήποτε -τεραστίου μεγέθους- ανεξερεύνητος χώρος η άβυσσος του σύμπαντος
- η μεγάλη ποσότητα ή μεγάλη διαφορά τρώει την άβυσσο
- το πιο βαθύ σημείο της ψυχής, της καρδιάς άβυσσος η ψυχή των ανθρώπων
În engleză
- abyss hell, bottomless pit
Discută despre acest cuvânt "άβυσσος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CF%85%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. άβυσσος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CF%85%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82 "άβυσσος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CF%85%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {άβυσσος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CF%85%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}