άβυσσος

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

άβυσσος

  • ˈa.vi.sos

De unde vine

άβυσσος (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄβυσσος < ἄβυσσος (επίθετο) < ἀ- (ά- στερητικό) + βυσσός (βυθός)

: θαλάσσια άβυσσος < λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική abysse ή αγγλική abyss

substantiv άβυσσος · άβυσσοι · αβύσσου · αβύσσων · άβυσσο · αβύσσους

  1. το μεγάλο ωκεάνιο βάθος και, ειδικότερα, εκείνο μέχρι του οποίου δεν φθάνει το ηλιακό φως (γενικότερα) μεγάλο και απότομο βάθος σε υδάτινη (λίμνη, ποτάμι) ή γήινη επιφάνεια (φαράγγι, γκρεμός, βάραθρο κ.ο.κ.)
  2. figuratively, μεταφορικά το χάος, ο οποιοσδήποτε -τεραστίου μεγέθους- ανεξερεύνητος χώρος η άβυσσος του σύμπαντος
  3. figuratively, μεταφορικά η μεγάλη ποσότητα ή μεγάλη διαφορά τρώει την άβυσσο
  4. figuratively, μεταφορικά το πιο βαθύ σημείο της ψυχής, της καρδιάς άβυσσος η ψυχή των ανθρώπων

În engleză

  • abyss hell, bottomless pit

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"άβυσσος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CF%85%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

άβυσσος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CF%85%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82

Chicago

"άβυσσος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CF%85%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άβυσσος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B2%CF%85%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}