άγγελος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
άγγελος¹
- ˈaŋ.ɟe.los
Where it comes from
άγγελος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἄγγελος (αρχαία σημασία: αγγελιοφόρος)
noun άγγελος · άγγελοι · αγγέλου · άγγελου · αγγέλων · άγγελο
- ουράνιο ον, αγγελιαφόρος του θεού
- ειδήσεων
- πρόσωπο του αρχαίου δράματος που ανακοινώνει γεγονότα
- άνθρωπος με ευγένεια ψυχής, πονόψυχος ή / και εξαιρετικά όμορφος σαν άγγελος ※ Μείναμε μόνοι, και ο κύριος Γκυ αναστέναξε : «Σπουδαία κοπέλα. Σωστός άγγελος! Και κόμματος, ε; Την εμπιστεύεσαι; Πόσα της έχεις πει;» «Μην ξεχνάς ότι είναι η υποδιευθύντρια του «Τεατρίθ» . Τα ξέρει όλα...» (Δημήτρης Καπετανάκης, Η συμμορία της συγκίνησης: μυθιστόρημα, Βιβλιοθήκη της Εστίας, 2007,
- χονδριχθύες της τάξης Squatiniformes
- το αγγελόψαρο
Άγγελος²
- ˈaŋ.ɟe.los
Where it comes from
Άγγελος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Ἄγγελος < αρχαία ελληνική ἄγγελος (άγγελος)
proper noun Άγγελος · Άγγελοι · Άγγελου · Άγγελων · Άγγελο
- ανδρικό όνομα τον βάφτισαν Ευάγγελο, αλλά εκείνος το άλλαξε σε Άγγελος
proper noun Άγγελος · Αγγέλου · Άγγελοι · Άγγελου
- ανδρικό επώνυμο η δυναστεία των Αγγέλων
In English
Talk about this word "άγγελος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. άγγελος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%82 "άγγελος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {άγγελος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}