άγριος
Ελληνικά
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
άγριος¹
- ˈa.ɣɾi.os
어원
άγριος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄγριος < ἀγρός· αυτός που ζει και αναπτύσσεται στους αγρούς
형용사 άγριος · άγρια · αγρία · άγριο · άγριου · αγρίου
- που ζει ελεύθερος στη φύση, δεν έχει εξημερωθεί από τον άνθρωπο Τα άγρια ζώα δεν είναι εξοικειωμένα με τον άνθρωπο, τον φοβούνται και τον αποφεύγουν.
- που δεν έχει ανεπτυγμένο τεχνικό πολιτισμό
- σκληρός, επιθετικός άγριο βλέμμα
- ανυπότακτος Οι κάτοικοι που ζούσαν στα βουνά των περιοχών αυτών ήσαν άγριοι, ανυπότακτοι, πολύ θαρραλέοι και λάτρευαν την ελευθερία τους (από το λήμμα Λαζοίτης Βικιπαίδειας)
- δύσκολος να αντιμετωπιστεί, αφιλόξενος η Άγρια Δύση, άγρια δάση, άγρια καταιγίδα
- πολύ έντονος ※ το άγριο ποδοβολητό του οινοπνεύματος στις φλέβες ή ο άγριος βήχας αφυπνίζουν τα σπλάχνα (Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ιστορίες του βλέμματος, εφημερίδα Το Βήμα, 9-7-2000)
- τραχύς τρίψε με γυαλόχαρτο τον τοίχο να γίνει λιγότερο άγριος
Άγριος²
어원
Άγριος < άγριος
고유 명사 Άγριος · Agrios
- ανδρικό επώνυμο
영어로
이 단어에 대해 이야기하기 "άγριος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. άγριος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82 "άγριος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {άγριος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}