άγχος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άγχος

  • ˈaŋ.xos

Where it comes from

άγχος < (καθαρεύουσα) ἄγχος < αρχαία ελληνική ἄγχ(ω) + -ος (κατά το σχήμα ψεύδω - ψεύδος), μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική angoisse Επίσης δείτε: αγγλική anxiety, γερμανική Angst < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂enǵʰ-

: (Το αρχαίο ἄγχος, είναι παρωχημένος τύπος του ἔναγχος.)

noun άγχος · άγχη · άγχους · αγχών

  1. ψυχοσωματική κατάσταση κατά την οποία το άτομο νιώθει πίεση από το βάρος των υποχρεώσεών του, φόβο και ανησυχία, πολλές φορές αόριστη, κάτι που μπορεί να εξελιχτεί και σε μόνιμη ψυχοπαθολογική κατάσταση ※ αυτό που στην ουσία προσπαθούμε να κάνουμε είναι να συμβάλουμε στην εμπέδωση στον ψυχισμό του υποκειμένου, του άγχους ευνουχισμού ως άγχος-σήμα στη θέση των αρχαϊκών αγχών τα οποία μας έχουν περιγράψει οι μεταφροϊδικοί αναλυτές. (Σπύρος Μητροσύλης, Ο ευνουχισμός ως ψυχικός οργανωτής και το συμβολι

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"άγχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

άγχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CF%87%CE%BF%CF%82

Chicago

"άγχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CF%87%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άγχος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B3%CF%87%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}