άδεια

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

άδεια

  • ˈa.ði.a
  • ˈa.ðʝa

Phát âm giống αδειά

Nó đến từ đâu

άδεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄδεια, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική permission, permis, licence

danh từ άδεια · άδειες · άδειας · αδειών

  1. η συμφωνία, η συγκατάνευση ώστε κάποιος να προχωρήσει σε μια ενέργεια
  2. κρατικό έγγραφο που επιτρέπει στον κάτοχό του να ασκήσει ένα επάγγελμα ή να οδηγήσει ένα όχημα
  3. η παραχώρηση του δικαιώματος να απουσιάσει κάποιος από τη δουλειά του ή την υπηρεσία του
  4. το χρονικό διάστημα των διακοπών
  5. πληροφορική το δικαίωμα χρήστη
  6. πληροφορική ο χαρακτηρισμός που αποδίδεται σε ένα αρχείο για το ποια κατηγορία χρηστών μπορεί να το διαβάσει, γράψει ή εκτελέσει

tính từ άδεια · άδειες · άδειας · αδειών

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδειος
  2. accusative, neuter, nominative, plural, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άδειο

Bằng tiếng Anh

  • leave permission to be absent
  • pass document granting permission to pass or to go and come
  • license legal document giving official permission to do something
  • permission authorisation
  • time off time without work

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"άδεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άδεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%B1

Chicago

"άδεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άδεια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}