άεθνος
Ελληνικά
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
άεθνος
由来
άεθνος < αρχαία ελληνική ἄεθνος < α- + αρχαία ελληνική ἔθνος (νέα ελληνική γλώσσα: έθνος)
形容詞 άεθνος · άεθνη · άεθνο · άεθνου · άεθνης
- o άπατρις, αυτός που ιδεολογικά δεν αυτοκατατάσσεται σε εθνότητα, αυτός που δεν αποδέχεται τα έθνη
- νομάδας που ανήκει στην φυλή του, μα όχι σε κάποιο ευρύτερο έθνος
- μετανάστης ή μέλος φυλής που δεν έχει καταγραφεί ληξιαρχικά ή διώκεται
- ορφανό παιδί που κατοικεί σε ρατσιστική χώρα κι έχει διαφορετικό χρώμα δέρματος ή μορφή απ' την πλειοψηφία
- μιγάς που δεν επιθυμεί ούτε να θεωρείται πολυφυλετικός, ούτε να επιλέξει μια απ' τις φυλές - η διαφορά με τον άμεσα φιλοσοφικό άπατρι είναι ότι επιδρά έντονα η ψυχολογία, περισσότερο απ' την αναλυτική σκέψη (παρατηρείται σε ποσοστό πολυφυλετικών των ΗΠΑhttp://www.thecrimson.com/article/2011/10/13/scrutiny-raceless-students/)
英語で
- aracial without race or race distinctions
この単語について話す "άεθνος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. άεθνος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CF%82 "άεθνος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CF%82.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {άεθνος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}