άκαμπτος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
άκαμπτος
- ˈa.kam.ptos
Where it comes from
άκαμπτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄκαμπτος
:* για τις μεταφορικές έννοιες < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική inflexible
adjective άκαμπτος · άκαμπτη · άκαμπτο · άκαμπτου · άκαμπτης
- που δεν λυγίζει εύκολα
-
που δεν υποχωρεί εύκολα από ψυχικές πιέσεις
Similar: αδιάλλακτος
- που είναι δύσκολο ή αδύνατον να προσαρμοστεί ※ Η Επιτροπή δεν μπορεί επίσης να δεχθεί την τροπολογία 6 διότι καθιστά άκαµπτη και γραφειοκρατικοποιεί τη διάδραση μεταξύ του Οργανισμού και των εθνικών αρχών ασφαλείας και έρευνας (Γνωμοδότηση της (Ευρωπαϊκής) Επιτροπής για τη δεύτερη δέσμη μέτρων για τις σιδηροδρομικές μεταφορές, Bρυξέλλες, 26/11
Opposite: εύκαμπτος
Thesaurus
adjective
Opposite: εύκαμπτος
In English
- obdurate Stubbornly persistent, generally in wrongdoing; refusing to reform or repent
Talk about this word "άκαμπτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. άκαμπτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82 "άκαμπτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {άκαμπτος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}