άκομψος

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

άκομψος

De unde vine

άκομψος < αρχαία ελληνική ἄκομψος

adjectiv άκομψος · άκομψη · άκομψο · άκομψου · άκομψης

  1. ακαλλώπιστος, ακαλαίσθητος στην εμφάνιση, κακοντυμένος ※ ξαφνικά μου ήρθε μια έμπνευση, μια «φλασιά» - μου αρέσει αυτή η άκομψη λέξη. Ίσως γιατί μεταφέρει τη φρεσκάδα, την αμεσότητα και την αυθεντικότητα των νέων, που αμφισβητούν τις καθωσπρέπει εκφράσεις και συμπεριφορές που επικροτούν οι μεγάλοι. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκ
  2. άγαρμπος, απότομος, χωρίς λεπτότητα, χοντροκομμένος στους τρόπους, στις εκφράσεις Αυτό ήταν άκομψο! Μπορούσες να του κάνεις την υπόδειξη πιο ευγενικά

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"άκομψος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CF%88%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άκομψος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CF%88%CE%BF%CF%82

Chicago

"άκομψος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CF%88%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άκομψος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CF%88%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}