άλλοθι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
άλλοθι
- ˈa.lo.θi
Where it comes from
άλλοθι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄλλοθι (αλλού), σημασιολογικό δάνειο από τη μεσαιωνική λατινική alibi, ή μέσω των γαλλικών
noun άλλοθι
- η οποιαδήποτε βεβαίωση ότι ο κατηγορούμενος ποινικής δίκης βρισκόταν σε διαφορετικό τόπο κατά τον χρόνο τέλεσης του αποδιδόμενου σ΄ αυτόν αδικήματος ※ Είπαμε: ορμάς, βουτάς, κάνω ότι σε πυροβολώ, γίνεσαι και βρισκόμαστε μετά για τη μοιρασιά. Δεν είναι τόσο απλό και το ξέρεις. Πρέπει να έχω μια δικαιολογημένη απουσία από το γραφείο, να έχω ένα άλλοθι και, προπάντων, να γίνω μπουχός, όπως είπες, χωρίς να με πιάσουν (Πέτρος Μαρτινίδης, Σε περίπτωση
- η δικαιολογία που χρησιμοποιεί κάποιος, προκειμένου να αποκρούσει επικρίσεις ή κατηγορίες
In English
- alibi criminal legal defense
- somewhere else to some other place
Talk about this word "άλλοθι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B8%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. άλλοθι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B8%CE%B9 "άλλοθι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B8%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {άλλοθι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B8%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}