άλλος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
άλλος
- ˈa.los
- ˈal.los
Where it comes from
άλλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄλλος < πρωτοελληνική *áľľos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂élyos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂el- (άλλος)
pronoun άλλος · άλλη · άλλο · άλλου · αλλουνού · άλλης
- όχι αυτός για τον οποίο έγινε ή θα γίνει λόγος άλλος ήταν υπεύθυνος για την κατάχρηση, όχι ο ταμίας
- διαφορετικός, όχι ίδιος η σημερινή κρίση έχει κάποια άλλα χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν από τις προηγούμενες
- κάποιος άλλοι ήταν σύμφωνοι κι άλλοι διαφωνούσαν
- που υπολείπονται, οι υπόλοιποι όσοι μπόρεσαν μπήκαν στο λεωφορείο και οι άλλοι έμειναν στη στάση να περιμένουν το επόμενο
- κάποιος ή κάτι επιπλέον χρειάζομαι κι άλλα χρήματα
- ο επόμενος θα τα πούμε την άλλη εβδομάδα
In English
- other not the one previously referred to
- someone else some other person
Talk about this word "άλλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. άλλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%82 "άλλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {άλλος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}