άλλος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άλλος

  • ˈa.los
  • ˈal.los

Where it comes from

άλλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄλλος < πρωτοελληνική *áľľos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂élyos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂el- (άλλος)

pronoun άλλος · άλλη · άλλο · άλλου · αλλουνού · άλλης

  1. όχι αυτός για τον οποίο έγινε ή θα γίνει λόγος άλλος ήταν υπεύθυνος για την κατάχρηση, όχι ο ταμίας
  2. διαφορετικός, όχι ίδιος η σημερινή κρίση έχει κάποια άλλα χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν από τις προηγούμενες
  3. αντιθετικά κάποιος άλλοι ήταν σύμφωνοι κι άλλοι διαφωνούσαν
  4. plural, έναρθρο, στον πληθυντικό που υπολείπονται, οι υπόλοιποι όσοι μπόρεσαν μπήκαν στο λεωφορείο και οι άλλοι έμειναν στη στάση να περιμένουν το επόμενο
  5. χωρίς άρθρο κάποιος ή κάτι επιπλέον χρειάζομαι κι άλλα χρήματα
  6. έναρθρο, χρονικά ο επόμενος θα τα πούμε την άλλη εβδομάδα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"άλλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άλλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"άλλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άλλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}