άλως

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άλως

  • ˈa.los

Where it comes from

άλως < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἅλως (φωτεινός δακτύλιος αστέρα ή πλανήτη)

noun άλως · άλω

  1. αστρονομία ο φωτεινός περίγυρος της σελήνης και του ήλιου
  2. θρησκεία το φωτοστέφανο των αγίων
  3. ιατρική ο εξωτερικός κύκλος του βολβού του ματιού
  4. ιατρική ο κύκλος που περιβάλλει τη θηλή του γυναικείου μαστού
  5. μετεωρολογία το φαινόμενο που προκαλείται από τη διάθλαση και ανάκλαση του ηλιακού ή σεληνιακού φωτός πάνω στους παγοκρυστάλλους των νεφών
  6. φωτογραφία φωτεινοί δίσκοι από ανάκλαση από μια δυνατή φωτεινή πηγή που παρατηρούνται σε φωτογραφίες
  7. γεωλογία ο χώρος γύρω από μία διείσδυση, στον οποίο πετρώματα υπέστησαν μεταμόρφωση από αυτή

In English

  • halo luminous disc around the heads of saints
  • areola circle around the nipple

Talk about this word

Cite this
MLA

"άλως." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CF%89%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

άλως. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CF%89%CF%82

Chicago

"άλως." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CF%89%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άλως},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BB%CF%89%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}