άμεσος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άμεσος

Where it comes from

άμεσος < αρχαία ελληνική ἄμεσος, (σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) immédiat

adjective άμεσος · άμεση · άμεσο · άμεσου · άμεσης

  1. που γίνεται χωρίς τη μεσολάβηση άλλου ※ Ο δήμαρχος και οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας και οι εκπρόσωποι της τοπικής κοινότητας εκλέγονται κάθε πέντε (5) χρόνια με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία. (Νόμος 3852/2010, Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγρα
  2. για χρονικό διάστημα κοντινός, που γίνεται απευθείας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"άμεσος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

άμεσος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CF%82

Chicago

"άμεσος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άμεσος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}