米克温

άμετρος

Ελληνικά · 同义词与反义词

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

άμετρος

它从哪里来

άμετρος < αρχαία ελληνική ἄμετρος < ἀ- + μέτρον

形容词 άμετρος · άμετρη · άμετρο · άμετρου · άμετρης

  1. που δεν έχει μέτρο, που δεν έχει όριο, που φτάνει στην υπερβολή ※ Η Νίνα έφερε στο μυαλό της τα αψιά χαρακτηριστικά τρωκτικού και τη στραβοχυμένη κοψιά του τύπου, μαζί με την άμετρη μπουρδολογία και την υπερβολή των θεατρινίστικων κινήσεών του (Λίνα Βαρότση, Σήκω από πάνω μου, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)

    相近词: αμέτρητος, άφθονος · 反义词: μετρημένος

  2. literary, λογοτεχνικό, για ποίημα, στίχο κ.λπ που δεν έχει μέτρο

    反义词: έμμετρος

英语

讨论这个词

引用
MLA

"άμετρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άμετρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"άμετρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άμετρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}