άμυνα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
άμυνα
Where it comes from
άμυνα < αρχαία ελληνική ἄμυνα
noun άμυνα · άμυνες · άμυνας · αμύνης · αμυνών
- η απόκρουση επιθετικής ενέργειας
- : η υπεράσπιση ατόμου από άδικη και παρούσα επίθεση που δέχεται το ίδιο ή άλλο και η εξ αυτής προσβολή του επιτιθεμένου.
- τα μέτρα που λαμβάνονται και το υλικό που χρησιμοποιείται για την πρόληψη επιθέσεων
- το σύνολο των παικτών που η θέση τους είναι να αντικρούουν επιθετικές ενέργειες
- ομάδα αρχικών κινήσεων όπου ενδιαφέρει το παίξιμο του μαύρου σε αντίθεση με το "άνοιγμα" όπου ενδιαφέρει το παίξιμο του λευκού
Opposite: επίθεση
Thesaurus
noun
Opposite: επίθεση
In English
- defense anything employed to oppose attack
Talk about this word "άμυνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BC%CF%85%CE%BD%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. άμυνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BC%CF%85%CE%BD%CE%B1 "άμυνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BC%CF%85%CE%BD%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {άμυνα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BC%CF%85%CE%BD%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}