άμυνα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άμυνα

Where it comes from

άμυνα < αρχαία ελληνική ἄμυνα

noun άμυνα · άμυνες · άμυνας · αμύνης · αμυνών

  1. η απόκρουση επιθετικής ενέργειας
  2. νομικός όρος : η υπεράσπιση ατόμου από άδικη και παρούσα επίθεση που δέχεται το ίδιο ή άλλο και η εξ αυτής προσβολή του επιτιθεμένου.
  3. τα μέτρα που λαμβάνονται και το υλικό που χρησιμοποιείται για την πρόληψη επιθέσεων
  4. αθλητισμός το σύνολο των παικτών που η θέση τους είναι να αντικρούουν επιθετικές ενέργειες
  5. σκάκι ομάδα αρχικών κινήσεων όπου ενδιαφέρει το παίξιμο του μαύρου σε αντίθεση με το "άνοιγμα" όπου ενδιαφέρει το παίξιμο του λευκού

Opposite: επίθεση

Thesaurus

noun

Opposite: επίθεση

In English

  • defense anything employed to oppose attack

Talk about this word

Cite this
MLA

"άμυνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BC%CF%85%CE%BD%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

άμυνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BC%CF%85%CE%BD%CE%B1

Chicago

"άμυνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BC%CF%85%CE%BD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άμυνα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BC%CF%85%CE%BD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}