άνδρας

Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

άνδρας¹

  • ˈan.ðɾas

Nó đến từ đâu

άνδρας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄνδρας και λόγια επίδραση στο άντρας (δημοτική) με [nd] > [nð]. Περισσότερα στο άντρας.

danh từ άνδρας · άνδρες · άνδρα · ανδρός · ανδρών

  1. ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου που ηλικιακά έχει ξεπεράσει την εφηβεία, κατ᾿ αντιδιαστολή προς την γυναίκα ή το παιδί Σταμάτα να κάνεις αυτές τις χαζομάρες κάθε μέρα! Είσαι ολόκληρος άνδρας, πλέον, για να παιδιαρίζεις έτσι συνεχώς!

    Trái nghĩa: γυναίκα, παιδί

  2. ο σύζυγος Τηλεφώνησε ο άνδρας της πριν πέντε λεπτά και είπε ότι θα καθυστερήσει λίγο να έρθει, διότι βρήκε κίνηση στο δρόμο
  3. broadly, κατ’ επέκταση αυτός που έχει τις θετικές ιδιότητες που παραδοσιακά αποδίδονται στους άντρες, όπως η αποφασιστικότητα, η λεβεντιά, η γενναιότητα κ.τ.π. Φέρσου σαν άνδρας μια φορά, επιτέλους! Πάντα λουφάζεις σα γυναικούλα μπροστά του!
  4. στρατιωτικός όρος άνδρας που αποτελεί μέλος στρατιωτικού σώματος Ο λοχαγός παρέταξε τους άνδρες της φρουράς μπροστά από την είσοδο του κτηρίου.
  5. μέλος ομάδας, συνήθως ένστολης Οι άνδρες της ομάδας διάσωσης δυσκολεύτηκαν να προσεγγίσουν το σημείο που βρίσκονταν οι τραυματισμένοι ορειβάτες.

Άνδρας²

Nó đến từ đâu

Άνδρας < άνδρας

danh từ riêng Άνδρας · Άνδρα · Andras

  1. ανδρικό επώνυμο

Bằng tiếng Anh

  • man adult male human
  • husband male partner in marriage

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"άνδρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άνδρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%82

Chicago

"άνδρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άνδρας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}