άνεση
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
άνεση
- ˈa.ne.si
מאיפה זה בא
άνεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄνεσις.
שם עצם άνεση · ανέσεις · άνεσης · ανέσεων
- ο μεγάλη έκταση σε χώρους ή σε χρόνο, η ελευθερία στην κίνηση στο χώρο ή στο χρονικό όριο, η έλλειψη περιορισμών Στο τεσσάρι θα έχουμε μεγάλη άνεση ενώ αυτό το τριάρι...
- η αίσθηση της χαλάρωσης που προκύπτει από την έλλειψη περιορισμών παρ΄ότι αυτοί μπορεί αντικειμενικά να υπάρχουν Ηρθε κουνάμενος-σινάμενος με την άνεσή του (σιγά-σιγά, χαλαρά, χωρίς να βιάζεται)
- η ευκολία, η ευχέρεια ※ με την άνεση που κάποιος περνάει από τη μια μάρκα απορρυπαντικού στην άλλη (επιμέλεια Αγγελική Σπυροπούλου, Θεοδώρα Τσιμπούκη, Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Διεθνείς προσανατολισμοί και διασταυρώσεις, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2002)
- αυτό που παρέχει χαλάρωση ※ Η θερμική άνεση είναι ένα υποκειμενικό συναίσθημα το οποίο εξαρτάται ή επηρεάζεται από διάφορες παραμέτρους και το οποίο χαρακτηρίζεται από τη δημιουργία συνθηκών στις οποίες ευρισκόμενο ένα άτομο δεν επιθυμεί καμία θερμική αλλαγή στο περιβάλλον του (Κώστας Στεφ. Τσίπηρας, Οικολογική αρχιτεκτονική
באנגלית
- comfort contentment, ease
- convenience quality of being suitable, useful or convenient
לדבר על המילה הזו "άνεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. άνεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CF%83%CE%B7 "άνεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CF%83%CE%B7.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {άνεση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}