άνοιγμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
άνοιγμα
Where it comes from
άνοιγμα < → λείπει η ετυμολογία
noun άνοιγμα · ανοίγματα · ανοίγματος · ανοιγμάτων
- η ενέργεια του ανοίγω το άνοιγμα του χρηματοκιβωτίου με το αντικλέιδι ήταν παιχνιδάκι
- το κενό που δημιουργείται όταν κάτι ανοίγει από το άνοιγμα της πόρτας ακούγονταν οι θόρυβοι του δρόμου
- η οπή στην τοιχοποιία ή τον σκελετό κτηρίου που προορίζεται (συνήθως) για παράθυρο ή πόρτα ※ Όταν στο κοινό πλάγιο όριο όμορων οικοπέδων υπάρχει κτίσμα σε απόσταση μεγαλύτερη του ενός μέτρου από το κοινό όριο που έχει ανοίγματα στην πλευρά αυτή, το κτίριο οφείλει να έχει κατ’ ελάχιστο απόσταση δ από το κοινό πλάγιο όριο. — Νέος Οικοδομικός Κανονισμός, άρθρο 14 παρ. 1β
- οι πρώτες κινήσεις στο παιχνίδι του σκακιού (βλέπε και Σκακιστικό άνοιγμα στη Βικιπαίδεια)
In English
- opening act or instance of making or becoming open
Talk about this word "άνοιγμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. άνοιγμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1 "άνοιγμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {άνοιγμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}