άνοιγμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άνοιγμα

Where it comes from

άνοιγμα < → λείπει η ετυμολογία

noun άνοιγμα · ανοίγματα · ανοίγματος · ανοιγμάτων

  1. η ενέργεια του ανοίγω το άνοιγμα του χρηματοκιβωτίου με το αντικλέιδι ήταν παιχνιδάκι
  2. το κενό που δημιουργείται όταν κάτι ανοίγει από το άνοιγμα της πόρτας ακούγονταν οι θόρυβοι του δρόμου
  3. αρχιτεκτονική η οπή στην τοιχοποιία ή τον σκελετό κτηρίου που προορίζεται (συνήθως) για παράθυρο ή πόρτα ※ Όταν στο κοινό πλάγιο όριο όμορων οικοπέδων υπάρχει κτίσμα σε απόσταση μεγαλύτερη του ενός μέτρου από το κοινό όριο που έχει ανοίγματα στην πλευρά αυτή, το κτίριο οφείλει να έχει κατ’ ελάχιστο απόσταση δ από το κοινό πλάγιο όριο. — Νέος Οικοδομικός Κανονισμός, άρθρο 14 παρ. 1β
  4. σκάκι οι πρώτες κινήσεις στο παιχνίδι του σκακιού (βλέπε και Σκακιστικό άνοιγμα στη Βικιπαίδεια)

In English

  • opening act or instance of making or becoming open

Talk about this word

Cite this
MLA

"άνοιγμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άνοιγμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1

Chicago

"άνοιγμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άνοιγμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}