άντρας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άντρας

  • ˈan.dɾas

Where it comes from

άντρας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄντρας < μεσαιωνική ελληνική ἄνδρας < ελληνιστική κοινή ἄνδρας < αρχαία ελληνική ἀνήρ, μέσω της αιτιατικής «τὸν ἄνδρα» και διατηρώντας την προφορά του <νδ > ως [nd] με την γραφή <ντ>, ήδη από τον μεσαίωνα. Παραβάλετε το άνδρας και το λόγιο ανήρ.

:* Η σημασία «σύζυγος» < ἀνήρ (ήδη στον Όμηρο)

noun άντρας · άντρες · άντρα · αντρός · αντρών

  1. ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου ※ Δεν ήθελα να πιω, ήθελα να κλάψω γιατί δεν είμαι άντρας αλλά παιδί.

    Opposite: γυναίκα

  2. ο σύζυγος Τηλεφώνησε ο άντρας της.

    Similar: παντρεμένος · Opposite: παντρεμένη

  3. αυτός που έχει τις καλές ιδιότητες που, συνήθως, αποδίδονται στους άντρες (γενναιοδωρία, αποφασιστικότητα κ.α.) Αντιμετώπισε τον κίνδυνο σαν άντρας.
  4. μέλος ομάδας, συνήθως ένοπλης Οι άντρες του τον ακολουθούσαν στη μάχη, τον εμπιστεύονταν.

In English

  • jack man or men in general

Talk about this word

Cite this
MLA

"άντρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άντρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%82

Chicago

"άντρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άντρας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}