ميكوين

άξεστος

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

άξεστος

  • ˈa.kse.stos

من أين أتت

άξεστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄξεστος < ἀ- + ξέω

صفة άξεστος · άξεστη · άξεστο · άξεστου · άξεστης

  1. χωρίς καλούς τρόπους, ακαλλιέργητος, αγενής και χυδαίος ※ Αγενής, άξεστος, ωχαδερφιστής και ποζερόβλαχος με πιστοποίηση αναισθησίας από το Υπουργείο Μεταφορών, ο Greekenstein κυκλοφορεί με την άνεση που κυκλοφορούσε ο Γουίλ Σμιθ στις ερειπωμένες εθνικές οδούς της Νέας Υόρκης στο «I Am Legend», μιας και ο ίδιος είναι ένας Legend. (Έλληνες οδηγοί. Ζουν ανά

مشابه: αγροίκος, ακαλλιέργητος

المرادفات والأضداد

بالإنجليزية

  • crude lacking tact or taste
  • uncouth unrefined, crude
  • philistine lacking in appreciation for or antagonistic towards art or culture

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"άξεστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BE%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άξεστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BE%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"άξεστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BE%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άξεστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BE%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}