άρθρο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
άρθρο
- ˈaɾ.θɾo
Where it comes from
άρθρο < αρχαία ελληνική ἄρθρον < από το θέμα αρ- του αραρίσκω (εφαρμόζω, συνάπτω) + -θρον
noun άρθρο · άρθρα · άρθρου · άρθρων
- μέρος ενός συνόλου, το οποίο προσαρτάται, συνάπτεται σε κάτι μεγαλύτερο ή σημαντικότερο χωρίς όμως να αποτελεί απλό εξάρτημα αλλά βασικό τμήμα του
- μέρος το λόγου, με τρία γένη, κλιτό, που μπαίνει μπροστά από τα ονόματα: το, η, ο, ένας, μία κλπ. Η αραβική γλώσσα δεν έχει αόριστο άρθρο.
- τμήμα/διάταξη ενός νόμου, βασικό στοιχείο ενός θρησκευτικού δόγματος, όρος ή τμήμα ενός καταστατικού, ιδιωτικού συμφωνητικού Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε κατ᾿ άρθρον και επί του συνόλου.
- μέρος του σώματος ανθρώπου ή εντόμου, το τμήμα μεταξύ δύο αρθρώσεων ※ Οι κεραίες (Είκ. 6) είναι μακριές, νηματοειδείς και πολύαρθρες. Αποτελούνται από 12+2 άρθρα. Το πρώτο στην βάση είναι ο σκήπος ή σκάπος (scapus), ο οποίος είναι τραπεζοειδής, έπειτα ακολουθεί ο μίσχος ή ποδίσκος (pedicel), ο οποίος είναι μικρός και υποσφαιρικός και μετά ακολουθεί το μαστίγιο (flag
- κείμενο σε εφημερίδα που περιέχει κριτική και προσωπικές θέσεις, σε αντιδιαστολή προς το ρεπορτάζ που κανονικά αποτελεί απλή αναφορά γεγονότων και δεν περιλαμβάνει κρίσεις Στο κύριο άρθρο της η εφημερίδα πήρε θέση τελικά υπέρ του τάδε υποψηφίου.
In English
- article story, report, or opinion piece
Talk about this word "άρθρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. άρθρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%BF "άρθρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {άρθρο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}