ميكوين

άρνηση

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

άρνηση

من أين أتت

άρνηση < αρνούμαι

اسم άρνηση · αρνήσεις · άρνησης · αρνήσεων

  1. η απόρριψη, η μη αποδοχή άρνηση ψήφου
  2. λογική μοναδιαίος τελεστής που μεταβάλει την αληθοτιμή μιάς λογικής πρότασης από 'Αληθής' σε 'Ψευδής' ή από 'Ψευδής' σε 'Αληθής' Συμβολισμός: ¬, που σημαίνει ότι, αν η λογική πρόταση p είναι 'Αληθής', τότε η ¬p είναι 'Ψευδής' ή αν η p είναι 'Ψευδής', τότε η ¬p είναι 'Αληθής' και διαβάζεται «δεν ισχύει ότι p»

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"άρνηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άρνηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"άρνηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άρνηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}