άρρητος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άρρητος

Where it comes from

άρρητος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄρρητος < ἀ- στερητικό + ῥητός

adjective άρρητος · άρρητη · άρρητο · άρρητου · άρρητης

  1. που δεν μπορεί να λεχθεί ή να ειπωθεί, που δεν είναι δυνατόν να τον εκφράσει ή να τον περιγράψει κανείς επίρρημα: άρρητα
  2. μαθηματικά για πραγματικό αριθμό που δεν είναι ρητός () το π είναι άρρητος αριθμός

Similar: ανείπωτος, ανομολόγητος, άφατος, άφραστος, αλάλητος, ανεκλάλητος, ανεκδιήγητος, αδιήγητος, απερίγραπτος

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"άρρητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άρρητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"άρρητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άρρητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}