άστοχος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άστοχος

  • ˈa.sto.xos

Where it comes from

άστοχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄστοχος < ἀ- + στόχος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *steygʰ- (περπατώ, πηγαίνω, σκαρφαλώνω)

adjective άστοχος · άστοχη · άστοχο · άστοχου · άστοχης

  1. literally, κυριολεκτικά που δεν βρίσκει τον στόχο του

    Similar: ανεπιτυχής, αστοχημένος

  2. figuratively, μεταφορικά απερίσκεπτος και λανθασμένος, ακατάλληλος ή ανακριβής ※ Η εμμονή εκείνων των συγγραφέων στην πυραυλική τεχνολογία και τα διαστημικά ταξίδια αποδείχθηκε άστοχη. Η προσσελήνωση δεν οδήγησε πουθενά. Δεν υπάρχουν γήινες αποικίες ούτε στη Σελήνη ούτε στον Άρη. Ύστερα από μισόν αιώνα ραγδαίας τεχνολογικής προόδου, ο «homo sapiens» παραμένει καθηλωμένος στη Γ

Opposite: εύστοχος

Thesaurus

adjective

Opposite: εύστοχος

Talk about this word

Cite this
MLA

"άστοχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άστοχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%BF%CF%82

Chicago

"άστοχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άστοχος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}