άσφαλτος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
άσφαλτος
- ˈa.sfal.tos
Where it comes from
άσφαλτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄσφαλτος (το υλικό στερέωσης ώστε να μην σφάλλει, να μην καταρρέει)
: δρόμος με άσφαλτο < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική asphalte
noun άσφαλτος
- ημίρρευστο υλικό που αποτελεί υπόλειμμα από την απόσταξη πετρελαίου και με το οποίο επιστρώνονται οι επιφάνειες δρόμων
- ο δρόμος που είναι στρωμένος με τέτοιο υλικό ※ Στο τέρμα της ασφάλτου, πάνω σε αμμουδιά μήκους αρκετών χιλιομέτρων, υπάρχουν δύο-τρία ταβερνάκια και λίγα σπίτια (Άννα Κωφού, Κρήτη: όλα τα μουσεία και οι αρχαιολογικοί χώροι, εκδ. Αθηνών, 1989, σελ. 276)
adjective άσφαλτος · άσφαλτη · άσφαλτο
- που δεν σφάλλει
Similar: αλάθευτος · Opposite: εσφαλμένος, σφαλερός
Thesaurus
adjective
Similar: αλάθευτος · Opposite: εσφαλμένος, σφαλερός
In English
- asphalt sticky, black and highly viscous liquid
- asphalt road road made of asphalt
Talk about this word "άσφαλτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. άσφαλτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%BF%CF%82 "άσφαλτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {άσφαλτος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}