έγκλιση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
έγκλιση
- ˈeŋ.ɡli.si
Where it comes from
έγκλιση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔγκλι(σις) (έγκλιση ρήματος) + -ση < αρχαία σημασία: κλίση προς τα μέσα
:* για τη φυσική: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική inclinaison
noun έγκλιση · εγκλίσεις · έγκλισης · εγκλίσεων
- η απώλεια του τόνου μιας λέξης (εγκλιτικού) ή η μετάθεσή του στη λήγουσα της προηγούμενης λέξης, καθώς οι δύο λέξεις συμπροφέρονται Στη φράση «το τετράδιό μου» παρατηρείται έγκλιση τόνου, καθώς ο τόνος της κτητικής αντωνυμίας μετατίθεται στη λήγουσα του ουσιαστικού.
- ρηματική μορφή που δηλώνει μια ιδιαίτερη απόχρωση για την ενέργεια του ρήματος, όπως το πραγματικό, το πιθανό, το ευκταίο, κ.λπ. Η αρχαία ελληνική είχε τέσσερις εγκλίσεις, οριστική, υποτακτική, ευκτική και προστακτική.
- η γωνία που σχηματίζεται από το οριζόντιο επίπεδο και το μαγνητικό πεδίο της Γης μαγνητική έγκλιση
In English
- grammatical mood in grammar, type of the relationship
Talk about this word "έγκλιση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. έγκλιση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%B7 "έγκλιση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {έγκλιση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}