έδρα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

έδρα

  • ˈe.ðɾa

Where it comes from

έδρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕδρα (πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sed-)

:* για τη σημασία «έδρα οργανισμού» < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική siège

noun έδρα · έδρες · έδρας · εδρών

  1. το κάθισμα, η θέση, η βάση
  2. το γραφείο του δασκάλου στη σχολική αίθουσα
  3. το επίκεντρο Πολλοί θεωρούν την καρδιά ως την ἐδρα των συναισθημάτων.
  4. βουλή η κατοχή της βουλευτικής ιδιότητας Μετά τις καταγγελίες εναντίον του έχασε τη βουλευτική έδρα του.
  5. αθλητισμός το γήπεδο που ανήκει σε μια ομάδα
  6. οργανισμοί η πόλη στην οποία στεγάζονται οι κεντρικές υπηρεσίες ενός οργανισμού, μιας εταιρείας κλπ
  7. γεωμετρία κάθε μια από τις επίπεδες επιφάνειες ενός στερεού σώματος ο κύβος έχει έξι έδρες
  8. ανατομία, ανθρώπινο σώμα ο πρωκτός
  9. μηχανολογία το σημείο στήριξης μηχανικών μερών

    Similar: έδρανο

In English

  • bench law: place where the judges sit
  • base 4. headquarters
  • seat membership in a representative body
  • residence place where a corporation is established
  • headquarters center of organisation's activity

Talk about this word

Cite this
MLA

"έδρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B4%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

έδρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B4%CF%81%CE%B1

Chicago

"έδρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B4%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έδρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B4%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}