έδρα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
έδρα
- ˈe.ðɾa
Where it comes from
έδρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕδρα (πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sed-)
:* για τη σημασία «έδρα οργανισμού» < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική siège
noun έδρα · έδρες · έδρας · εδρών
- το κάθισμα, η θέση, η βάση
- το γραφείο του δασκάλου στη σχολική αίθουσα
- το επίκεντρο Πολλοί θεωρούν την καρδιά ως την ἐδρα των συναισθημάτων.
- η κατοχή της βουλευτικής ιδιότητας Μετά τις καταγγελίες εναντίον του έχασε τη βουλευτική έδρα του.
- το γήπεδο που ανήκει σε μια ομάδα
- η πόλη στην οποία στεγάζονται οι κεντρικές υπηρεσίες ενός οργανισμού, μιας εταιρείας κλπ
- κάθε μια από τις επίπεδες επιφάνειες ενός στερεού σώματος ο κύβος έχει έξι έδρες
- ο πρωκτός
-
το σημείο στήριξης μηχανικών μερών
Similar: έδρανο
In English
- bench law: place where the judges sit
- base 4. headquarters
- seat membership in a representative body
- residence place where a corporation is established
- headquarters center of organisation's activity
Talk about this word "έδρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B4%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. έδρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B4%CF%81%CE%B1 "έδρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B4%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {έδρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B4%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}