έθιμο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
έθιμο
Where it comes from
έθιμο < αρχαία ελληνική ἔθιμον, ουδέτερο του επιθέτου ἔθιμος < ἔθω
noun έθιμο · έθιμα · εθίμου · έθιμου · εθίμων
- ενέργεια που επαναλαμβάνεται σε καθορισμένες περιστάσεις, όπως έχει καθιερωθεί από την παράδοση ενός λαού ή τόπου τα τοπικά έθιμα του γάμου
- είναι η επαναλαμβανόμενη τήρηση για μεγάλο χρονικό διάστημα κάποιας ορισμένης συμπεριφοράς, όπου με την πάροδο του χρόνου αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη νομική ισχύ, αποτελώντας έτσι πρωτογενή πηγή δικαίου και για οποιοδήποτε κλάδο (δικαίου)
Talk about this word "έθιμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B8%CE%B9%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. έθιμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B8%CE%B9%CE%BC%CE%BF "έθιμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B8%CE%B9%CE%BC%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {έθιμο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B8%CE%B9%CE%BC%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}