έκσταση
Ελληνικά
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
έκσταση
De unde vine
έκσταση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔκστᾰσις < ἐξίστημι < ἐξ + ἵστημι (& σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική extase)
:* για το ναρκωτικό < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική ecstasy < ελληνιστική κοινή ἔκστᾰσις
substantiv έκσταση · εκστάσεις · έκστασης · εκστάσεων
- κατάσταση του ανθρώπου που βιώνει έκπληξη, ενθουσιασμό, ευθυμία κ.λπ. ή κυριαρχείται από μια σκέψη
- ψυχοσωματική κατάσταση με μυστικιστικές καταβολές και προεκτάσεις, κατά την οποία το υποκείμενο αισθάνεται πνευματική μεταρσίωση και προσέγγιση προς το θείο
- είδος συνθετικού ναρκωτικού
În engleză
Discută despre acest cuvânt "έκσταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. έκσταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7 "έκσταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {έκσταση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}