מיקווין

έλαιο

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

έλαιο

מאיפה זה בא

έλαιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔλαιον (λάδι ελιάς) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική huile → δείτε τη λέξη λάδι

שם עצם έλαιο · έλαια · ελαίου · ελαίων

  1. το ελαιόλαδο ※ Μετά την εορτή του Αγίου Σπυρίδωνα καταργείται η ιχθυοφαγία και συνεχίζει η κατάλυση οίνου και ελαίου στις καθημερινές και τα Σαββατοκύριακα εκτός Τετάρτης και Παρασκευής που είναι αυστηρή νηστεία. (Η Νηστεία ως τρόπος ζωής, Ιερά Μητρόπολις Κυτίου, ανακτήθηκε 8/5/2026 https://imkitiou.org/blog/koi
  2. λάδι οποιασδήποτε προέλευσης, ζωικής ή φυτικής τα έλαια είναι παχύρρευστα υγρά, ενώ τα λίπη είναι στερεά

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"έλαιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έλαιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF

Chicago

"έλαιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έλαιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}