έλλειμμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
έλλειμμα
- ˈe.li.ma
Where it comes from
έλλειμμα < αρχαία ελληνική ἔλλειμμα < ἐλλείπω < λείπω
noun έλλειμμα · ελλείμματα · ελλείμματος · ελλειμμάτων
- χρηματικό ή άλλο ποσό που λείπει αναιτιολόγητα (από ταμείο, αποθήκη κ.λπ.)
- αυτό που λείπει, η ανεπάρκεια, η έλλειψη έλλειμμα ανθρωπιάς
- στον προϋπολογισμό, το ποσό κατά το οποίο τα έσοδα είναι λιγότερα από τα έξοδα ※ Η Συνθήκη του Μάαστριχτ ορίζει ότι το έλλειμμα δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3% και το χρέος το 60% του ΑΕΠ (Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου, Το κόστος της κρίσης και η άδικη κατανομή του στην Ελλάδα 2009-2014, εκδ. Βογιατζή, 2015, σελ. 65)
- στο εμπορικό ισοζύγιο, το ποσό κατά το οποίο η αξία των εξαγωγών είναι μικρότερη από την αξία των εισαγωγών
In English
- deficit situation wherein spending exceeds government revenue
Talk about this word "έλλειμμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. έλλειμμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%B1 "έλλειμμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {έλλειμμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}