έλληνας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Έλληνας¹
- ˈe.li.nas
Where it comes from
Έλληνας < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική Ἕλληνας < αρχαία ελληνική Ἕλλην από την αιτιατική ενικού «τὸν Ἕλληνα» < άγνωστης ετυμολογίας → δείτε περισσότερα στο Ἕλλην
proper noun Έλληνας · Έλληνες · Έλληνα · Ελλήνων
- αυτός που κατάγεται από την Ελλάδα ή έχει ελληνική υπηκοότητα Η αποστολή αποτελούνταν από έναν Γάλλο, δύο Έλληνες και έναν Γερμανό. Οι έλληνες απεσταλμένοι υπέβαλαν την ελληνική πρόταση για το θέμα.
- ο μυθικός γενάρχης Ἕλλην
έλληνας²
- ˈe.li.nas
noun έλληνας · έλληνες · έλληνα · ελλήνων
- ο Έλληνας Κάθε έλληνας πολίτης μπορεί να έχει ελληνικό διαβατήριο. Είμαι Έλληνας, ορίστε το διαβατήριό μου!
In English
Talk about this word "έλληνας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. έλληνας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CF%82 "έλληνας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {έλληνας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}