έμπνευση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

έμπνευση

  • ˈem.bnef.si

Where it comes from

έμπνευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔμπνευ(σις) (φύσημα) + -ση ( < αρχαία ελληνική ἐμπνέω < ἐν + πνέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pnew-), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική inspiration. Συγχρονικά αναλύεται σε έμ- + πνεύση

noun έμπνευση · εμπνεύσεις · έμπνευσης · εμπνεύσεων

  1. το αποτέλεσμα του εμπνέω: ξαφνική, ασυνείδητη ιδέα, για την πραγματοποίηση κάποιου στόχου ή τη δημιουργία έργου τέχνης ※ ξαφνικά μου ήρθε μια έμπνευση, μια «φλασιά» - μου αρέσει αυτή η άκομψη λέξη. Ίσως γιατί μεταφέρει τη φρεσκάδα, την αμεσότητα και την αυθεντικότητα των νέων, που αμφισβητούν τις καθωσπρέπει εκφράσεις και συμπεριφορές που επικροτούν οι μεγάλοι. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκ

In English

  • afflatus sudden rush of creative impulse or inspiration
  • inspiration stimulating influence upon the intellect or emotions

Talk about this word

Cite this
MLA

"έμπνευση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έμπνευση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7

Chicago

"έμπνευση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έμπνευση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}