έμφαση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

έμφαση

  • ˈeɱ.fa.si

Where it comes from

έμφαση < αρχαία ελληνική ἔμφασις < ἐμφαίνω < ἐν + φαίνω

noun έμφαση · εμφάσεις · έμφασης · εμφάσεων

  1. η ιδιαίτερη προσοχή ή βαρύτητα που αποδίδει κάποιος σε κάτι και γενικά η ιδιαίτερη σημασία που δίνει σε αυτό ※ Η Δραματοθεραπεία πραγματοποιείται ως επί το πλείστον σε ομαδικό πλαίσιο και η έμφαση δίνεται στην αλληλεπίδραση της ομάδας. Επιπλέον, οι σκηνές στη Δραματοθεραπείας⁽ˢⁱᶜ⁾ δεν συνδέονται κατ' ανάγκη άμεσα με την πραγματική εμπειρία της ζωής των ανθρώπων. Η Δραματοθεραπεία χρησιμοποιεί πολύ περισσότ

In English

  • stress on a point in an argument
  • emphasis special weight or forcefulness given to something considered important

Talk about this word

Cite this
MLA

"έμφαση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έμφαση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"έμφαση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έμφαση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}