έμψυχος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

έμψυχος

  • ˈem.psi.xos

Where it comes from

έμψυχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔμψυχος < ἐν (ἔμ-) + -ψυχος

adjective έμψυχος · έμψυχη · έμψυχο · έμψυχου · έμψυχης

  1. figuratively, literally, κυριολεκτικά και μεταφορικά που έχει ψυχή
  2. ουσιαστικοποιημένο τα έμψυχα: όλα τα ζωντανά όντα (άνθρωποι, ζώα) ※ ένα ετερόκλητο σύνολο έμψυχων και άψυχων, ζώντων και τεθνεώτων, με παράδοξη παρά ταύτα ομοιογένεια, αυτή είναι η πολυώνυμη Κέρκυρα, η αρχαία Σχερία και Δρεπάνη και Κόρκυρα και Φαιακία, η βυζαντινή Κορυφώ, οι Κορφοί του απλού Κερκυραίου. (Θεοδόσης Πυλαρινός, Κέρκυρα, εκδ. Μεταίχμιο, 2005, σελ. 18)

    Opposite: άψυχο υλικό

  3. γραμματική που έχει ψυχή, ζωή όπως ο άνθρωπος, το ψάρι π.χ. σλοβακική lekár (γιατρός) και παράβαλε κλίση με την σλοβακική pohár (ποτήρι)

    Opposite: άψυχος

Opposite: άψυχος

Thesaurus

adjective

Opposite: άψυχος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"έμψυχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%88%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έμψυχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%88%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82

Chicago

"έμψυχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%88%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έμψυχος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%88%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}