믹윈

έναυσμα

Ελληνικά

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

έναυσμα

  • ˈe.nav.zma

어원

έναυσμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔναυσμα (σπινθήρας, κίνητρο) < αρχαία ελληνική ἐναύω (ανάβω φωτιά, προκαλώ)

명사 έναυσμα · εναύσματα · εναύσματος · εναυσμάτων

  1. η αιτία, η αφορμή που εξεγείρει και παροξύνει τα πάθη ※ οι φωτιές του 2007 ... ήταν το έναυσμα για την ίδρυση του Πυροσβεστικού Κλιμακίου στην περιοχή (Ακρίτες - φρουροί και για πυρκαγιές, εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 13 Αυγούστου 2010 )
  2. στρατιωτικός όρος το μέσο που προκαλεί ή ενισχύει την πυροδότηση της γόμωσης εκρηκτικής ύλης

영어로

  • trigger event that initiates others, or incites a response

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"έναυσμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έναυσμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%B1

Chicago

"έναυσμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έναυσμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}