ένεμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ένεμα
Where it comes from
ένεμα < ελληνιστική κοινή ἔνεμα < αρχαία ελληνική ἐνίημι
noun ένεμα · ενέματα · ενέματος · ενεμάτων
- κλύσμα, υποκλυσμός
- μείγμα ουσιών που σε ρευστή μορφή εισάγεται σε προβληματική τοιχοποιία για ενίσχυση ※ Η τοιχοποιία του κελύφους του ασκηταριού παρουσιάζει μειωμένη συνοχή και αντοχή και χρήζει άμεσης επέμβασης. Για την αντιμετώπιση των όποιων δομικών και οικοδομικών προβλημάτων της φέρουσας τοιχοποιίας του μνημείου προτείνεται η διατήρηση, στερέωση και ενίσχυσή της με καθαρισμούς, αρμολογήματα κ
Talk about this word "ένεμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ένεμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CE%B1 "ένεμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ένεμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}