Μίκουιν

ένζυμο

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

ένζυμο

  • ˈen.zi.mo

Από πού έρχεται

ένζυμο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Εnzym < μεσαιωνική ελληνική ἔνζυμος στο ουδέτερο γένος < αρχαία ελληνική ἔν + ζύμη

ουσιαστικό ένζυμο · ένζυμα · ενζύμου · ένζυμου · ενζύμων

  1. βιοχημεία οργανική χημική ένωση που δρα ως καταλύτης σε βιοχημικές αντιδράσεις

Στα αγγλικά

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"ένζυμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%B6%CF%85%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ένζυμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%B6%CF%85%CE%BC%CE%BF

Chicago

"ένζυμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%B6%CF%85%CE%BC%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ένζυμο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%B6%CF%85%CE%BC%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}