ένοπλες δυνάμεις

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ένοπλες δυνάμεις

  • ˈe.no.ples ðiˈna.mis

Where it comes from

ένοπλες δυνάμεις < → δείτε τις λέξεις ένοπλος και δύναμη• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

noun ένοπλες δυνάμεις · ενόπλων δυνάμεων

  1. στρατιωτικός όρος το σύνολο των στρατιωτικών δυνάμεις μιας χώρας, οι οποίες είναι επιφορτισμένες με την υπεράσπιση της χώρας και των πολιτών της, αν χρειαστεί με τη χρήση βίας ※ Ασκήσεις που υποδηλώνουν το εύρος της συνεργασίας των Ενόπλων Δυνάμεων (Ε.Δ.) με συμμαχικές χώρες και εταίρους στην περιοχή της Ανατ. Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, θα πραγματοποιηθούν το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα.

In English

  • armed forces the military forces of a nation — see also army

Talk about this word

Cite this
MLA

"ένοπλες δυνάμεις." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%82%20%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ένοπλες δυνάμεις. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%82%20%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CF%82

Chicago

"ένοπλες δυνάμεις." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%82%20%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ένοπλες δυνάμεις},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%82%20%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}