ένορκος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ένορκος

  • ˈe.noɾ.kos

Where it comes from

ένορκος < αρχαία ελληνική ἔνορκος. Συγχρονικά αναλύεται σε έν- + όρκ(ος) + -ος

adjective ένορκος · ένορκη · ένορκο · ένορκου · ένορκης

  1. νομικός όρος ο επικυρωμένος με όρκο ένορκη βεβαίωση, ένορκη κατάθεση

noun ένορκος · ένορκη · ένορκο · ένορκου · ένορκης

  1. νομικός όρος ο πολίτης που αποτελεί μέλος ενός σώματος που καλείται να δικάσει μια ποινική υπόθεση Στην Ελλάδα οι ένορκοι δικάζουν μαζί με τους τακτικούς δικαστές, ενώ σε άλλες χώρες το σώμα των ενόρκων αποφασίζει μόνο του χωρίς την παρουσία άλλων στις συνεδριάσεις του.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ένορκος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ένορκος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82

Chicago

"ένορκος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ένορκος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}