ένσταση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ένσταση

Where it comes from

ένσταση < αρχαία ελληνική ἔνστασις < ἐνίσταμαι < ἐν + ἵσταμαι, παθητική φωνή του ρήματος ἵστημι

noun ένσταση · ενστάσεις · ένστασης · ενστάσεων

  1. η αντίρρηση, η αντίθεση με κάτι
  2. νομικός όρος η αντίρρηση που υποβάλλει ο εναγόμενος κατά της αγωγής που έγινε εναντίον του
  3. νομικός όρος κάθε αντίρρηση υποβαλλόμενη από δικηγόρο στο δικαστήριο για την υπεράσπιση του πελατειακού συμφέροντος, όταν η διαδικασία δεν ακολουθεί τους κανόνες και τις αρχές διεξαγωγής μιας δίκης

In English

  • objection official protest raised in a court of law

Talk about this word

Cite this
MLA

"ένσταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ένσταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"ένσταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ένσταση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}