ένσταση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ένσταση
Where it comes from
ένσταση < αρχαία ελληνική ἔνστασις < ἐνίσταμαι < ἐν + ἵσταμαι, παθητική φωνή του ρήματος ἵστημι
noun ένσταση · ενστάσεις · ένστασης · ενστάσεων
- η αντίρρηση, η αντίθεση με κάτι
- η αντίρρηση που υποβάλλει ο εναγόμενος κατά της αγωγής που έγινε εναντίον του
- κάθε αντίρρηση υποβαλλόμενη από δικηγόρο στο δικαστήριο για την υπεράσπιση του πελατειακού συμφέροντος, όταν η διαδικασία δεν ακολουθεί τους κανόνες και τις αρχές διεξαγωγής μιας δίκης
In English
- objection official protest raised in a court of law
Talk about this word "ένσταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ένσταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7 "ένσταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ένσταση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}