ένταση
Ελληνικά · Visawe na vinyume
AI Kwa maneno rahisi
Inaandika maelezo mafupi…
Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.
ένταση
- ˈen.da.si
Limetoka wapi
ένταση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔντα(σις) (τέντωμα, ελληνιστική σημασία: προσπάθεια) + -ση < ἐντείνω
nomino ένταση · εντάσεις · έντασης · εντάσεων
-
το να εκδηλώνεται κάτι με δύναμη
τον χτύπησε με μεγάλη ένταση
Kinyume: ηρεμία
- συναισθηματική φόρτιση έχει ένταση από τον χθεσινό καβγά
- σύγκρουση μεταξύ δυο ή περισσότερων ατόμων οι γονείς έχουν τσακωθεί και επικρατεί ένταση μέσα στο σπίτι
- η ενέργεια του ηλεκτρικού ρεύματος που περνάει μέσα από έναν αγωγό σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα η ένταση του ρεύματος μετριέται σε αμπέρ
- η ενέργεια που μεταφέρει ο ήχος μέσα από ένα υλικό σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα το ραδιόφωνο είναι πολύ χαμηλό, μπορείς να ανεβάσεις την ένταση;
Kwa Kiingereza
- volume strength of sound
Zungumza kuhusu neno hili "ένταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ένταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7 "ένταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.Nukuu
@misc{micwyn_2026,
title = {ένταση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}