ένταση

Ελληνικά · Visawe na vinyume

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

ένταση

  • ˈen.da.si

Limetoka wapi

ένταση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔντα(σις) (τέντωμα, ελληνιστική σημασία: προσπάθεια) + -ση < ἐντείνω

nomino ένταση · εντάσεις · έντασης · εντάσεων

  1. το να εκδηλώνεται κάτι με δύναμη τον χτύπησε με μεγάλη ένταση

    Kinyume: ηρεμία

  2. συναισθηματική φόρτιση έχει ένταση από τον χθεσινό καβγά
  3. σύγκρουση μεταξύ δυο ή περισσότερων ατόμων οι γονείς έχουν τσακωθεί και επικρατεί ένταση μέσα στο σπίτι
  4. φυσική η ενέργεια του ηλεκτρικού ρεύματος που περνάει μέσα από έναν αγωγό σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα η ένταση του ρεύματος μετριέται σε αμπέρ
  5. ακουστική η ενέργεια που μεταφέρει ο ήχος μέσα από ένα υλικό σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα το ραδιόφωνο είναι πολύ χαμηλό, μπορείς να ανεβάσεις την ένταση;

Kwa Kiingereza

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"ένταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ένταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"ένταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ένταση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}