έντιμος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
έντιμος¹
- ˈen.di.mos
- ˈen.di.mi
- ˈen.di.mo
Where it comes from
έντιμος < αρχαία ελληνική ἔντιμος < ἐν + τιμή ((σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) honnête/honorable)
adjective έντιμος · έντιμη · έντιμο · έντιμου · έντιμης
- που διαθέτει και χαρακτηρίζεται από ευσυνειδησία, ειλικρίνεια, τιμιότητα, ηθικότητα ※ Επομένως, για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα, (θετικά), περιστατικά έντιμης ζωής με αξιοσημείωτη και επιβραβεύσιμη συμπεριφορά μέχρι την τέλεση της πράξης και απόδειξη θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσης σε όλους
- που γίνεται με τις παραπάνω αρχές
Έντιμος²
Where it comes from
Έντιμος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Έντιμος
- ανδρικό όνομα
In English
- honest scrupulous with regard to telling the truth
- straightforward not deviating; forthright; frank; sincere
Talk about this word "έντιμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. έντιμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82 "έντιμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {έντιμος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}