έξαρχος
Ελληνικά
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
έξαρχος¹
- ˈe.ksaɾ.xos
어원
έξαρχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔξαρχος (αρχηγός χορού, ελληνιστική σημασία: διοικητής, ανώτατος ιερέας) < ἐξ + ἄρχω
명사 έξαρχος · έξαρχοι · έξαρχου · εξάρχου · έξαρχων · εξάρχων
- αξιωματούχος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που έχει οριστεί ως διοικητής ενός εξαρχάτου
- τίτλος που απονέμεται σε δεσπότη, που του έχουν δοθεί κάποιες εξουσίες σε ορισμένη περιοχή
- τίτλος που απονέμεται σε κληρικό, που του έχει ανατεθεί συγκεκριμένη αποστολή σε κάποια περιοχή
Έξαρχος²
- ˈe.ksaɾ.xos
어원
Έξαρχος < έξαρχος
고유 명사 Έξαρχος · Έξαρχοι · Έξαρχου · Εξάρχου · Έξαρχων
- ανδρικό όνομα
고유 명사 Έξαρχος · Εξάρχου · Έξαρχοι · Εξαρχαίοι · Έξαρχου
- ανδρικό επώνυμο
고유 명사 Έξαρχος
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
영어로
- legate deputy of a provincial governor or general in ancient Rome
이 단어에 대해 이야기하기 "έξαρχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. έξαρχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82 "έξαρχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {έξαρχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}