έπαθλο
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
έπαθλο
- ˈe.pa.θlo
Από πού έρχεται
έπαθλο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔπαθλον < ἐπί + ἆθλος
ουσιαστικό έπαθλο · έπαθλα · επάθλου · έπαθλου · επάθλων
- οτιδήποτε δίνεται ως ανταμοιβή ή τιμητική διάκριση σε κάποιον που κερδίζει σε αθλητικό αγώνισμα ή άλλο συναγωνισμό
Στα αγγλικά
Συζήτησε αυτή τη λέξη "έπαθλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. έπαθλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%BB%CE%BF "έπαθλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%BB%CE%BF.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {έπαθλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}