έποικος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
έποικος
- ˈe.pi.kos
Where it comes from
έποικος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔποικος. Συγχρονικά αναλύεται σε (επί) έπ- + -οικος.
noun έποικος · έποικοι · εποίκου · έποικου · εποίκων · έποικο
- που συμμετέχει σε εποικισμό, που έχει έρθει και εγκατασταθεί σε άλλη χώρα από τη δική του, ιδιαίτερα σε μια προσπάθεια που οργανώνεται από ένα κράτος και αποσκοπεί στην αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης μιας περιοχής Η τουρκική κυβέρνηση έφερε και εγκατέστησε εποίκους από την Ανατολία στην κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο
In English
- settler someone who settles in a new location
Talk about this word "έποικος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. έποικος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82 "έποικος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {έποικος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}