έρωτας

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

Έρωτας¹

  • ˈe.ɾo.tas

Откуда оно

Έρωτας < αρχαία ελληνική Ἔρως

имя собственное Έρωτας

  1. ο θεός του έρωτα

έρωτας²

  • ˈe.ɾo.tas

Откуда оно

έρωτας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἔρωτας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἔρως, από την αιτιατική «τὸν ἔρωτα» → δείτε τις λέξεις ἔρως και ἐραστής

существительное έρωτας · έρωτες · έρωτα · ερώτων

  1. σαρκική έλξη ενός ατόμου προς άλλο, έντονη επιθυμία ή αγάπη, υπερβολική αφοσίωση
  2. η σχέση μεταξύ ερωτευμένων
  3. το αντικείμενο της ερωτικής επιθυμίας
  4. η σαρκική επαφή, η ερωτική πράξη
  5. βαθιά έλξη ή ενδιαφέρον έχω έρωτα με τα ιταλικά

По-английски

  • love strong affection
  • flame romantic partner
  • sex act of sexual intercourse — see also rumpy-pumpy
  • passion object of passionate love or strong interest
  • Eros God of love

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"έρωτας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έρωτας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B1%CF%82

Chicago

"έρωτας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έρωτας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}