έτος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

έτος¹

  • ˈe.tos

Where it comes from

έτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔτος < ϝέτος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wétos < *wet- (έτος) + *-os

noun έτος · έτη · έτους · ετών

  1. χρονική περίοδος κατά την οποία η γη συμπληρώνει μία πλήρη περιφορά γύρω από τον ήλιο
  2. χρονική περίοδος αντίστοιχη με το χρόνο περιφοράς της γης γύρω από τον ήλιο· ισοδυναμεί με 12 μήνες ή 365 μέρες, όμως καθορίζεται συμβατικά από τις ανθρώπινες κοινωνίες και κατά καιρούς διαφέρει σεληνιακό έτος, δίσεκτο έτος
  3. χρονική περίοδος που σχετίζεται με έναν ετήσιο κύκλο ανθρώπινων δραστηριοτήτων οικονομικό έτος, σχολικό έτος, ακαδημαϊκό έτος

Similar: ενιαυτός, χρονιά, χρόνος, έτος φωτός

Έτος²

Where it comes from

Έτος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Έτος · Έτοι · Έτου · Έτων · Έτο · Έτους

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

In English

  • year time it takes for the Earth to complete one revolution around the Sun
  • volume issues of a periodical over a period of one year

Talk about this word

Cite this
MLA

"έτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

έτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"έτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}