έτσι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
έτσι
- ˈe.t͡si
Where it comes from
έτσι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἔτσι < ἔτις με μετάθεση < αρχαία ελληνική οὕτως / οὑτωσί
:* άλλη, λιγότερο πιθανή εκδοχή < λατινική etsi (αν και)
adverb έτσι
- με αυτόν τον τρόπο Έτσι θέλω να ανακτατεύεις τη μαγιονέζα· απαλά απαλά.
- τζάμπα, χάρισμα Δεν τ' αγόρασα! Έτσι μου το' δωσαν, για διαφήμιση.
- χωρίς αιτία —Γιατί παιδί μου κλαις; —Γιατί έτσι.
- τόσο ※ Τήν ἐμορφιά ἔτσι πολύ ατένισα, ποῦ πλήρης εἶναι αὐτῆς ἡ ὅρασίς μου.
- κάπως, ως έκφραση δισταγμού του ομιλητή στο να χαρακτηρίσει κάποιον ή κάτι Σε βλέπω έτσι στεναχωρεμένη· συμβαίνει τίποτα;
conjunction έτσι
- ανακεφαλαιώνει τα προηγούμενα Έτσι, παντρεύτηκαν, κι έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα!
- εισάγει υποθετικές προτάσεις: αν Θα σε απολύσει έτσι και μάθει ότι θα συμμετέχεις στην απεργία.
noun έτσι
- το πείσμα Έγινε το έτσι του.
noun έτσι
- πρόσωπο που υπονοείται Ήρθε η έτσι και πήρε αυτά που του άφησες.
In English
Talk about this word "έτσι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%84%CF%83%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. έτσι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%84%CF%83%CE%B9 "έτσι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%84%CF%83%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {έτσι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%84%CF%83%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}